Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2009

EIΣ ΜΝΗΜΗΝ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΠΕΡΙΣΤΕΡΗ

Από τον Δρ. Ιωάννη Σ. Χριστοδούλου, Λέκτορα Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου.

Ζούμε σήμερα, εν πολλοίς, τη ζωή του προφανούς. Η εμφάνιση νομιμοποιείται ως εμφάνιση, και το εμφανές πριμοδοτείται ως πασιφανές. Μέσα σε συνθήκες που καθαγιάζουν την αντίληψη της εντύπωσης, η πρώτη εντύπωση γίνεται και πρωταρχική. Μένει μόνη, εκτός συναγωνισμού. Ένα είδος πρόχειρης αμφισβήτησης, που κάποτε συνοδεύει τις εντυπώσεις, ενισχύει την εντύπωση ως εντύπωση, παρά που τη διασαλεύει ή, ακόμα λιγότερο, την αναιρεί.

Πρωτογενώς η αμφισβήτηση προϋποθέτει σκέψη, και για τη σκέψη τίποτα δεν είναι προφανές. Οι άνθρωποι χωρίζονται επομένως, ίσως, σε τρεις κατηγορίες. Σ’ εκείνους, πρώτα, που ζουν μέσα στο προφανές, ζουν το προφανές και ζουν για το προφανές. Σ’ εκείνους που ζουν αμφισβητώντας το προφανές, αλλά πάλι στο επίπεδο της προφάνειας, και συνεπώς χωρίς να διαταράσσεται το εμφανές. Και στους τελευταίους, λίγους εκ των πραγμάτων, που αμφισβητούν απορρίπτοντας, καταρχήν, το προφανές στο επίπεδο της αντίληψης, αναγόμενοι και ζώντας μέσα στην προφάνεια της σκέψης.

Για τη σκέψη, η προφανέστερη πτυχή της πραγματικότητας είναι η μυστικότητά της. Το πραγματικό είναι μυστικό και το μυστικό είναι πραγματικό. Έτσι αρχίζει η σκέψη. Έτσι άρχισε η σκέψη με τους Έλληνες. Σκέφτομαι γιατί υπάρχει το μυστικό, και το μυστικό υπάρχει επειδή σκέφτομαι. Η αντίληψη του προφανούς φωτογραφίζει την πραγματικότητα. Η σκέψη του μυστικού την αποκρυπτογραφεί. Η πραγματικότητα, για τον άνθρωπο, είναι προς αποκρυπτογράφηση.

Το βάρος, ωστόσο, δεν πέφτει σε κάποια οιονεί οριστική εξιχνίαση της μυστικής υφής του πραγματικού. Ο άνθρωπος δε ζει στο πλάτος των εξακριβώσεων. Ζει στο βάθος του μυστικού της ζωής, που δε γνωρίζει λύση. Η ζωή είναι μυστική. Η ανθρώπινη ζωή είναι ζωή του μυστικού. Η αναγνώριση ως τέτοιας της ζωής, είναι η μεγαλύτερη αποκάλυψη που μπορεί να συντελεστεί στην ανθρώπινη ψυχή.

Μια τέτοια αποκάλυψη συντελείται στην Τέχνη, με τη Βυζαντινή Μουσική. Σ’ αυτή τη μουσική ζει το δέος για τη σημαντικότερη και συναρπαστικότερη, τη μυστική διάσταση της ζωής. Στους ήχους της η ισχύς του μυστικού παραμένει αδιάπτωτη, όποιο κι αν είναι το συναίσθημα που απηχεί ο κάθε ένας από τους οκτώ ήχους. Αυτή ακριβώς, η μυστική διάσταση που περιβάλλει προστατευτικά τα συναισθήματα, προστατεύει τον ανθρώπινο ψυχισμό, γεννώντας δέος για τον άγνωστο, τον μυστικό άνθρωπο.

Το δέος στη Βυζαντινή Μουσική είναι διαρκώς παρόν, καθώς η ανθρώπινη φωνή, που σπαράσσεται να αποδώσει, γήινη αυτή, την υπέργεια σύλληψη της πραγματικότητας, δεν αφήνει τον ακροατή να πέσει χαμηλότερα από το ενδιάμεσο, τουλάχιστον, μεταξύ της ανθρωπιάς του και της τάσης του προς το θείο. Οι φθόγγοι που διαδέχονται με συνέπεια φιλοσοφικού ειρμού ο ένας τον άλλον, παίρνουν την ψυχή, ίδιοι άγγελοι, για ταξίδι στο στερέωμα, και την εναποθέτουν πάλι, αλλά άλλη, σε μιαν άλλη γη· γη νηνεμίας και διάσωσης.

Μεταφέρει, η δική μας εκκλησιαστική μουσική, εμπειρίες από τον άνθρωπο χιλιάδων χρόνων, από έναν άλλον άνθρωπο, δηλαδή, με άλλες δυνατότητες και ικανότητες πρόσληψης της πραγματικότητας. Ο άνθρωπος εκείνος, του οποίου η αντίληψη δεν διαμεσολαβήθηκε από την προφάνεια της εικόνας, που κατακλύζει τον δικό μας, απεικονιστικό κόσμο, απηχείται στην τέχνη του ως άνθρωπος που παλεύει με το μυστικό που εμφιλοχωρεί διάχυτο, σ’ έναν κόσμο που προκαλεί διαρκώς την αντοχή και τη ζωή του. Η Βυζαντινή Μουσική είναι μουσική ενός πραγματικότερου, επειδή περισσότερο άμεσου στη σχέση του με τον κόσμο, ενός πιο δυνατού ανθρώπου. Τα συναισθήματα ενός τέτοιου ανθρώπου μεταφέρονται, μέσω της μουσικής αυτής, εκατοντάδες τώρα χρόνια μέσα στο χρόνο, για να μπολιάσουν τις ψυχές αλλεπάλληλων γενεών· αλλά και τις δικές μας, ισχνές, μιας ισχνής εποχής ψυχές.

Και δεν είναι μόνο αυτό. Η Βυζαντινή Μουσική, για τον Έλληνα, είναι φορέας νοήματος ζωής και λόγου ζωής· ενός θρησκευτικού νοήματος ζωής και του ελληνικού λόγου. Ο ελληνικός λόγος πλουτίστηκε απαράμιλλα με τα εκκλησιαστικά κείμενα, και τα εκκλησιαστικά κείμενα, ως λόγος Χριστού, γίνονται κτήμα του ελληνικού λαού, αιώνες τώρα. Η ελληνική γλώσσα ανθεί, καθώς τα κείμενα ψάλλονται στην Εκκλησία, και ο λόγος που απηχεί το πνεύμα του Χριστού μπολιάζεται, με τη μουσική, κατευθείαν στις ψυχές μας.

Η Βυζαντινή μουσική είναι πλατιά οδός και πρόσχαρη, για να αναχθούμε με δέος, πάνω από τον άνθρωπο της προφάνειας, στον μυστικό άνθρωπο, εκείνον που διαπερνά τους αιώνες και αναζητεί, ως καλλιτέχνης, ως στοχαστής, ως πιστός, το Θεό του.

Με το κείμενο αυτό προλόγισα το βιβλίο για την εκμάθηση της Βυζαντινής μουσικής άνευ διδασκάλου του Ηλία Περδίκη, διευθυντή στο Μουσικό Σχολείο Κομοτηνής.

Το αφιερώνω στη μνήμη του Σπυρίδωνος Περιστέρη, Πρωτοψάλτη του Μητροπολιτικού Ναού Αθηνών,αξεπέραστου ερμηνευτή και δασκάλου της Βυζαντινής Μουσικής.

Ι. Χριστοδούλου. (www.peedme.gr)