Πέμπτη, 16 Απριλίου 2009

ΤΟ ΘΕΙΟ ΔΡΑΜΑ ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΩΣΗ ΤΟΥ

Σήμερον κρεμάται επί ξύλου,
ο εν ύδασι την γην κρεμάσας.
Στέφανον εξ ακανθών περιτίθεται,
ο των αγγέλων βασιλεύς.
Ψευδή πορφύραν περιβάλλεται,
ο περιβάλλων τον ουρανόν εν νεφέλαις.
Ράπισμα κατεδέξατο,
ο εν Ιορδάνη ελευθερώσας τον Αδάμ.
Ήλοις προσηλώθη, ο νυμφίος της Εκκλησίας.
Λόγχη εκεντήθη, ο υιός της Παρθένου.
Προσκυνούμεν σου τα Πάθη, Χριστέ.
Δείξον ημίν και την ένδοξόν σου Ανάστασιν.


Η εμμελής απαγγελία από τον Σπύρο Περιστέρη, στην Ακολουθία των μεγάλων Ωρών της Μεγάλης Παρασκευής 1985 στη Μητρόπολη Αθηνών.

Σημαντική στιγμή για τον διάδοχό του και νύν Πρωτοψάλτη του Μητροπολιτικού Ναού Αθηνών Απόστολο Παπαδόπουλο, όταν αμέσως μετά την απαγγελία του επιστρέφει στο αναλόγιό του ο Σπ.Περιστέρης, επιτρέπει στον Απ. Παπαδόπουλο να ολοκληρώσει το μέλος "Σήμερον κρεμάται..." Άραγε να γνώριζε τα μέλλοντα συμβαίνειν...



ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΑ

Το φως που καίει

Σώπα όπου να 'ναι θα σημάνουν οι καμπάνες... τραγουδούσε και προχωρούσε. Είναι μακρύς ο δρόμος ως εδώ, αλλά είναι δικός σου αυτός ο δρόμος, τον κρατάς όπως κρατάς το χέρι του φίλου σου και μετράς το σφυγμό του... Ενιωθε την ποίηση να τον κυριεύει. Τον Γιάννη Ρίτσο δίπλα του, έτοιμο ν' ανέβει στην εξέδρα ν' απαγγείλει για την Πρωτομαγιά. Δεν ήταν παραίσθηση, αλλά της ψυχής δόνηση. Συμβαίνει σε πολλούς συναγωνιστές ν' ανατριχιάζουν στο άκουσμα λέξεων, τραγουδιών, συνθημάτων. Κομμάτια από το είναι τους, κύτταρα υγιή στον αγώνα κατά της σήψης. «Δεν είμαι εγώ σπορά της τύχης/ ο πλαστουργός της νιας ζωής/ ώριμο τέκνο της ανάγκης/ κι ώριμο τέκνο της οργής». Ναι, οι στίχοι του Βάρναλη κι αυτή η παιδιάστικη παρόρμηση, ν' ανατρέχει κάθε Μεγάλη Βδομάδα στα κείμενά του και να ξαναδιαβάζει «το φως που καίει», να ζωντανεύουν μπροστά του ο Προμηθέας, ο Ιησούς, ο Μώμος. Αξιον εστί το φως. Ω γλυκύ μου έαρ...

Συνθέσεις της φύσης, κατακόκκινες παπαρούνες, άσπρες και κίτρινες μαργαρίτες. Ευωδιές ανθισμένων εσπεριδοειδών, κρινάκια, βιολέτες. Από την άλλη μεριά, το σκοτάδι κι η μυρωδιά του ολέθρου. Η κόλαση του Δάντη ωχριά. Τω καιρώ εκείνω, οι αρχιερείς, λαβόντες τα τριάκοντα αργύρια του μεταμεληθέντος Ιούδα, ηγόρασαν τον αγρόν του Κεραμέως. Τη σήμερον, το Διεθνές Νομισματικόν Ταμείον, δε νίπτει τας χείρας του ως Πόντιος Πιλάτος. Κανένα απορρυπαντικό δεν μπορεί να καθαρίσει το αίμα των λαών, που φωνάζει από τα ερείπια των βομβαρδισμών. Οι Φαρισαίοι φωνασκούν «μέα κούλπα» (λάθος), υποκριτικά χαμογελώντες στους παραμορφωτικούς, παραπλανητικούς φακούς της δημοσιότητος. Αι γενεαί πάσαι συνεχίζουν να πληρώνουν στους τελώνηδες, ως μη έχοντες, ως πρόβατα επί σφαγήν, ως αμνοί άκακοι. - Εξέδυσάν με τα ιμάτια..., επί την κεφαλήν μου στέφανον εξ ακανθών...

Την επαύριον θα πορευθούμε ξανά σε φιλειρηνικές πορείες. Θα φωνασκεί η γειτόνισσα, - πού πάτε χριστιανοί μου εσείς, επί ξύλου κρεμάμενοι, ξυπόλυτοι στ' αγκάθια;

Σήμερον κρεμάται επί ξύλου... Οχι σε απάντηση της συνεχιζόμενης σταύρωσης των λαών. Για προβληματισμό κάποιων κατοίκων κατά Ιόνιον Πέλαγος μεριά. Να καταλάβουν πως πρέπει ν' απαλλαγούν από την επιρροήν καουμπόικων ταινιών. Η ζωή δεν είναι «για μια χούφτα δολάρια», ειδικά όταν αυτά είναι βουτηγμένα στο αίμα. Αν η υποτέλεια συνεχίζει να οδηγεί τις πράξεις τους και ενέργειες σαν τις πρόσφατες, που ποδοπάτησαν ελληνικές σημαίες μαζί με τις σημαίες της ειρήνης, αν οι εκδηλώσεις ενάντια στους μακελάρηδες τούς ενοχλούν, αν υπερασπίζονται τα συμφέροντα ξένων και με υπερβάλλοντα ζήλο καταδιώκουν τους φιλειρηνιστές, που συγκεκριμένα διαμαρτυρήθηκαν για την επίσκεψη του αεροπλανοφόρου «Αϊζενχάουερ», τότε άξιος ο μισθός τους και προς αυτούς οι στίχοι του Δ. Σολωμού, γιατί πράγματι είναι σκλάβοι: «Μην ειπούν στο στοχασμό τους/ τα ξένα έθνη αληθινά/ εάν μισούνται ανάμεσό τους/ δεν τους πρέπει ελευθεριά/.

Μέρες που είναι, πόσο λυπάμαι γιατί ταιριάζει γάντι σε μερικούς: Ω της παραφροσύνης και της υποκρισίας... Πώς μπορούν και κουβαλούν στα σπίτια τους το «φως της Ανάστασης», αν δεν καίει μέσα τους το φως της πραγματικής αγάπης, αν δεν κάνουν πράξη και βίωμα το Ειρήνη υμίν, για την ειρήνη του σύμπαντος κόσμου;

της Κούλας ΚΑΡΑΜΗΝΑ

από την εφημερίδα «ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ» τον Μάη του 2000.