Τρίτη, 14 Δεκεμβρίου 2010

ΑΓΙΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ (17 Δεκεμβρίου )

Κοντάκιον
Εὐχαρίστοις ἄσμασι τῶν Ζακυνθίων ἡ Πόλις, ἀνυμνεῖν προτρέπεται πάντας πιστούς συγκαλοῦσα, μέγιστον τόν ἐν ἀνάγκαις θερμόν Προστάτην, ῥύστην δέ τῶν τοῖς κινδύνοις συνεχομένων, καί γεραίρουσα κραυγάζει, τό κλέος χαῖρε Πιστῶν Διονύσιε.
Χαῖρε μοι λαμπρέ, Διονύσιε Πατέρων κλέος, χαῖρε Ζακυνθίων τό καύχημα, εὐσεβῶν ὁ φύλαξ, καί χαρά ἡ ἐμή.
Ἄξιόν ἐστιν μακαρίζειν σέ τόν Ἱεράρχην, τῆς Αἰγίνης μέν ποιμένα πανάριστον, τῆς δέ Ζακύνθου γόνον τε καί φρουρόν.
Αἱ γενεαί πᾶσαι, μακαρίζομεν σε, Ζακύνθου τόν προστάτην.
 
 
 Κατά κόσμον Δραγανίγος Σιγούρος, γιος των αριστοκρατών Μουκίου και Παυλίνας. Γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1547. Το 1568 έγινε Μοναχός στην Ιερά Μονή των Στροφάδων με το όνομα Δανιήλ. Αφού πέρασε γρήγορα τους βαθμούς της ιερωσύνης, χειροτονήθηκε το 1577 Αρχιεπίσκοπος Αιγίνης λαμβάνοντας το όνομα Διονύσιος. Όμως παραιτήθηκε και επέστρεψε στη Ζάκυνθο, όπου έζησε, σαν Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Αναφωνητρίας μέχρι την Κοίμησή του, την 17η Δεκεμβρίου 1622. Είναι γνωστός ως ο "Άγιος της Συγνώμης", επειδή συγχώρεσε το φονιά του αγαπημένου του αδελφού. Ετάφη στην Ιερά Μονή Στροφάδων και κατά την ανακομιδή του βρέθηκε το Σκήνωμά του άφθαρτο και μυροβόλο. Αναγνωρίσθηκε Άγιος από το Οικουμενικό Πατριαρχείο το 1703. Στις 24 Αύγούστου του 1717 μετεκομίσθη το Σεπτό Σκήνωμά του στη Ζάκυνθο για να προστατευθεί από τους πειρατές. Αρχικά φυλάχτηκε στον Ιερό Ναό του Μετοχίου της Ι. Μονής, στο προάστιο Καλλιτέρος. Το 1764 εναποτέθηκε οριστικά στην ομώνυμη Ιερά Μονή του, που έχτισαν oί Μοναχοί των Στροφάδων. Από τότε το Σεπτό Σκήνωμά του αποτελεί μέχρι σήμερα πόλο έλξεως χιλιάδων προσκυνητών και πηγή συνεχών ιάσεων και θαυμάτων. 

Η ΣΥΓΧΩΡΕΣΗ ΤΟΥ ΔΟΛΟΦΟΝΟΥ ΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ ΤΟΥ 

Κάποτε, κάποιος πληρωμένος φονιάς, σκότωσε τον αδελφό του Άγιου Διονυσίου, λόγω κάποιων οικογενειακών εχθροπραξιών. Ο δολοφόνος μετά τον φόνο κατέφυγε στα βουνά, για να αποφύγει την οργή των συγγενών του θύματος, ενώ ένα απόσπασμα στρατού τον κυνηγούσε. Μετά από λίγο έφτασε και στο Μοναστήρι όπου βρισκόταν ο Άγιος. Ο δολοφόνος, χωρίς να ξέρει την συγγένεια του Άγιου με το θύμα του φόνου, του ζήτησε να τον κρύψει. Ο Άγιος με ηρεμία ζήτησε να μάθει τον λόγο για τον οποίο τον καταδιώκαν, και τότε έμαθε πως που είχε μπροστά του και ζητούσε την προστασία του είχε σκοτώσει τον αδελφό του. Συγκλονισμένος από τον θάνατο του αδελφού του συλλογίστηκε τα λόγια της συγχώρησης του Κυρίου επάνω στον Σταυρό προς τους σταυρωτές του.
Έπειτα άπλωσε το χέρι του προς τον δολοφόνο και τον ευλόγησε συγχωρώντας τον. Μετά από λίγο έφτασε στο Μοναστήρι και το στρατιωτικό απόσπασμα. Ο Άγιος τότε είπε στο απόσπασμα πως δεν είχε δει τον δολοφόνο σε εκείνα τα μέρη. Αφού έφυγε το απόσπασμα ο Άγιος οδήγησε τον δολοφόνο στην πίσω εξώπορτα του Μοναστηριού, από όπου τον βοήθησε να διαφύγει με μια βάρκα.